Ύπνος και εγκέφαλος: Γιατί οι νυχτερινές αφυπνίσεις σε κάνουν να σκέφτεσαι πιο αργά
Δεν είναι οι ώρες, αλλά οι διακοπές του ύπνου που φαίνεται να επηρεάζουν περισσότερο τη νοητική σου λειτουργία.
Ο ύπνος δεν είναι απλώς ένα διάλειμμα από την καθημερινότητα· είναι ένας από τους βασικούς μηχανισμούς με τους οποίους ο εγκέφαλος διατηρεί την ταχύτητα, την ακρίβεια και την ικανότητά του να επεξεργάζεται πληροφορίες. Ωστόσο, η επιστημονική έρευνα έχει εστιάσει στο «πόσες ώρες κοιμόμαστε» και όχι στο «πώς κοιμόμαστε», ιδιαίτερα όσο μεγαλώνουμε. Νέα δεδομένα, όμως που δημοσιεύονται στο περιοδικό Sleep Health δείχνουν ότι η ποιότητα και η συνέχεια του ύπνου παίζουν καθοριστικό ρόλο στη νοητική λειτουργία.
Όπως διαβάζουμε στο PsyPost, στην τρίτη ηλικία, ο ύπνος συχνά γίνεται πιο ελαφρύς και διακεκομμένος. Πολλοί ξυπνούν μέσα στη νύχτα και δυσκολεύονται να ξανακοιμηθούν, ακόμη κι αν συνολικά περνούν αρκετές ώρες στο κρεβάτι. Αυτές οι νυχτερινές αφυπνίσεις δεν είναι απλώς ενοχλητικές· φαίνεται ότι έχουν άμεσο αποτύπωμα στον τρόπο που λειτουργεί ο εγκέφαλος την επόμενη ημέρα, επηρεάζοντας την ταχύτητα σκέψης και την επεξεργασία πληροφοριών.
Όταν ο ύπνος διακόπτεται
Μια πρόσφατη μελέτη που επικεντρώθηκε σε άτομα άνω των 70 ετών, χωρίς διάγνωση άνοιας προσπάθησε να απαντήσει σε ένα κρίσιμο ερώτημα: πώς οι διακυμάνσεις του ύπνου από νύχτα σε νύχτα συνδέονται με τη νοητική απόδοση της επόμενης ημέρας; Αντί να βασιστούν σε γενικές αναφορές για τις συνήθειες ύπνου, οι ερευνητές κατέγραψαν αντικειμενικά τον ύπνο και την εγκεφαλική λειτουργία σε πραγματικές συνθήκες.
Οι συμμετέχοντες φορούσαν ειδικές συσκευές στον καρπό τους για περισσότερες από δύο εβδομάδες, ώστε να καταγράφεται με ακρίβεια πότε κοιμούνταν και πόσο συχνά ξυπνούσαν μέσα στη νύχτα. Παράλληλα, ολοκλήρωναν σύντομα τεστ μνήμης και ταχύτητας σκέψης αρκετές φορές την ημέρα μέσω κινητού τηλεφώνου. Έτσι, οι ερευνητές μπόρεσαν να συνδέσουν τη «νύχτα» με την «επόμενη μέρα», χωρίς να βασίζονται σε γενικότητες.
Τι έδειξαν τα δεδομένα της καθημερινότητας
Το στοιχείο που ξεχώρισε ήταν ο κατακερματισμός του ύπνου, δηλαδή ο ενδιάμεσος χρόνος που περνά κανείς ξύπνιος αφού έχει ήδη αποκοιμηθεί. Όσοι είχαν, κατά μέσο όρο, περισσότερες διακοπές ύπνου εμφάνιζαν χαμηλότερες επιδόσεις σε τεστ που μετρούν την ταχύτητα επεξεργασίας πληροφοριών και τη μνήμη εργασίας. Με απλά λόγια, ο εγκέφαλός τους χρειαζόταν περισσότερο χρόνο για να ανταποκριθεί.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον ήταν το εύρημα της «επόμενης ημέρας». Όταν ένα άτομο είχε μια νύχτα πιο ανήσυχου ύπνου από το συνηθισμένο, την επόμενη μέρα παρουσίαζε αισθητή επιβράδυνση στη σκέψη του. Δεν επρόκειτο για μακροπρόθεσμη τάση, αλλά για άμεση επίδραση: μια κακή νύχτα αρκούσε για να φανεί η διαφορά στην πνευματική ταχύτητα.
Αντίθετα, ο συνολικός αριθμός ωρών ύπνου δεν φάνηκε να παίζει καθοριστικό ρόλο. Ούτε οι μεσημεριανοί ύπνοι ούτε το ακριβές ωράριο ύπνου συσχετίστηκαν ουσιαστικά με τις επιδόσεις στα τεστ. Αυτό ενισχύει την ιδέα ότι, ειδικά στους ηλικιωμένους, η συνέχεια του ύπνου έχει μεγαλύτερη σημασία από την ποσότητα.
Γιατί η ποιότητα νικά την ποσότητα
Τα ευρήματα αυτά προσθέτουν ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ της υγιούς γήρανσης του εγκεφάλου. Αν οι διαταραχές του ύπνου προηγούνται της νοητικής έκπτωσης, τότε η έγκαιρη αντιμετώπισή τους θα μπορούσε να λειτουργήσει προληπτικά απέναντι σε σοβαρότερες καταστάσεις, όπως η νόσος Αλτσχάιμερ. Παρότι η έρευνα έχει περιορισμούς (π.χ. σχετικά σύντομη διάρκεια παρακολούθησης) δείχνει καθαρά ότι ένας ήρεμος, αδιάλειπτος ύπνος δεν είναι πολυτέλεια, αλλά βασικό συστατικό της καθημερινής εγκεφαλικής λειτουργίας.